Μετρο Θεσσαλονίκης: Σε ιδιώτη με διαγωνισμό ΣΔΙΤ η λειτουργία του

Οι αποφάσεις που πάρθηκαν

Σε ιδιώτη – φορέα λειτουργίας περνάει η λειτουργία του μετρό της Θεσσαλονίκης, καθώς, για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά, μία -πρακτικά- ιδιωτική ΣΤΑΣΥ θα διαχειρίζεται το μέσο.

Ο σχετικός διαγωνισμός ΣΔΙΤ – όπως επεσήμανε σε σημερινές του δηλώσεις ο υφυπουργός Υποδομών, Γιώργος Καραγιάννης – είναι έτοιμος και αναμένεται να ξεκινήσει τις επόμενες ημέρες προκειμένου να αναδειχθεί ο ιδιώτης – φορέας λειτουργίας του μετρό Θεσσαλονίκης.

Σύμφωνα με τον κ. Καραγιάννη, τον Φεβρουάριο θα παραληφθεί ο 18ος και τελευταίος συρμός της πρώτης προμήθειας του στόλου. «Τα έργα προχωρούν πολύ καλά» σημείωσε ο υφυπουργός και διεμήνυσε ότι: «Εμείς θα προχωρήσουμε μπροστά. Το έργο συνεχίζει σύμφωνα με τον σχεδιασμό μας, παραμένουμε πιστοί στα χρονοδιαγράμματά μας και στο τέλος του 2023 θα παραδώσουμε στους πολίτες ένα λειτουργικό μετρό».

Προσέθεσε ότι το τελευταίο εξάμηνο γίνονται δοκιμαστικά δρομολόγια. Επιπλέον, προκηρύχθηκε διαγωνισμός για 15 νέους συρμούς που αφορούν στο δίκτυο του Μετρό Θεσσαλονίκης, δηλαδή τόσο στη Βασική Γραμμή του Μετρό, καθώς και στην επέκταση προς Καλαμαριά.

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Αττικό Μετρό, το μετρό της Θεσσαλονίκης θα ενσωματώνει τα πλέον σύγχρονα τεχνολογικά δεδομένα και τις πιο απαιτητικές προδιαγραφές ποιότητας και λειτουργικότητας, που θα το καταστήσουν όχι μόνο καλύτερο απ΄αυτόό της Αθήνας, αλλά και το πιο σύγχρονο Μετρό στην Ευρώπη.

Τα χαρακτηριστικά του βασικού δικτύου Μετρό στην Θεσσαλονίκη είναι:
13 σύγχρονοι σταθμοί με κεντρική αποβάθρα

9,6 χλμ. γραμμής με δύο ανεξάρτητες σήραγγες μονής τροχιάς

18 υπέρ-αυτόματοι συρμοί τελευταίας τεχνολογίας, πλήρως κλιματιζόμενοι, οι οποίοι θα κινούνται χωρίς οδηγό αλλά με συνοδό

συστήματα αυτόματων θυρών επί των των αποβαθρών κάθε σταθμού για καλύτερη εξυπηρέτηση και μέγιστη ασφάλεια του επιβατικού κοινού

δημιουργία αμαξοστάσιου έκτασης 50.000 τμ στην περιοχή της Πυλαίας

Αιχμές φορέων για καθυστερήσεις και διόγκωση αποζημιώσεων
Την αισιοδοξία της παράδοσης του μετρό το 2023 με την παράλληλη διάσωση των αρχαιοτήτων δε φαίνεται να συμμερίζονται πάντως πολλοί ειδικοί επιστήμονες, οι οποίοι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για ενδεχόμενο αύξησης των αποζημιώσεων στον ανάδοχο.

Σε πρόσφατη ενημερωτική εκδήλωση της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ) επισημάνθηκαν εκ νέου τα προβλήματα που δημουργεί στα αρχαια η απόσπαση, ενώ παράλληλα υπογραμμίστηκαν οι καθυστερήσεις που ήδη «γράφει» η διαδικασία και που σύμφωνα με τους διοργανωτές, θα οδηγήσει στη διεκδίκηση νέων αποζημιώσεων από τον ανάδοχο.

«Η απόσπαση, δεδομένου ότι έχει υπερβεί πλήρως το χρονοδιάγραμμα των 5 μηνών που προβλεπόταν, καθώς ξεκίνησε τον Ιούλιο 2021 και δεν έχει ολοκληρωθεί ούτε το 50%, έχει πολύ χρόνο ακόμα μπροστά της, ενώ σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, για τις ανασκαφικές εργασίες που θα ακολουθήσουν στα 2 (τουλάχιστον) υποκείμενα στρώματα και τις εγκρίσεις/αποσπάσεις που συνεπάγονται, θα απαιτηθούν τουλάχιστον άλλα 2 χρόνια!

Τα δεδομένα αυτά, που συνεπάγονται καθυστερήσεις στην κατασκευή του σταθμού, με άμεσο αντίκτυπο σε όλο το έργο του μετρό, ανεβάζουν δραματικά το κόστος και όσον αφορά τις εργασίες αλλά και τις – πολλών εκατομμυρίων – αποζημιώσεις που λαμβάνει και θα συνεχίσει να διεκδικεί ο ανάδοχος» σημείωσαν.

Οπως επεσήμανε η Μαρία Μαυρουδή, Καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας, Κλασικών Σπουδών και Σπουδών Μέσης Ανατολής στο Πανεπιστήμιο του Berkeley, California, έως τώρα έχουν δαπανηθεί τουλάχιστον 30 εκατομμύρια ευρώ επιπλέον από τον αρχικό προυπολογισμό, τα οποία έχει εισπράξει η κατασκευαστική εταιρία για καθυστερήσεις και ζητήματα για τα οποία έχει δεχτεί υπαιτιότητα η Αττικό Μετρό. Κάποια απ΄αυτά είναι για τα αρχαια, αλλά κάποια άλλα δε σχετίζονται με τα αρχαία. Τα αρχαία δεν είναι ο αποκλειστικός υπεύθυνος για τις καθυστερήσεις και τις ρήτρες» τόνισε.

Περισσότερο αναλυτικός ήταν ο Βλάσης Κουμούσης, Ομότιμος Καθηγητής της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ, ο οποίος μάλιστα είπε ότι ο συνολικός προυπολογισμός του έργου έχει αυξηθεί στην πάροδο των χρόνων από το αρχικό ποσό κατά περισσότερα από 210 εκατομμύρια ευρώ.

Σχετικά άρθρα