Συμφωνία-μαμούθ Ελλάδας-ΗΠΑ

500.000.000 ευρώ για μαχητικά αεροσκάφη

Το πρώτο μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα έπειτα από σχεδόν 10 χρόνια αποφάσισε να προχωρήσει αιφνιδίως η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, δίνοντας με απευθείας ανάθεση και διακρατική συμφωνία στις ΗΠΑ (εταιρεία Lockheed Martin) τον εκσυγχρονισμό πέντε παλαιών αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας εκτιμώμενου προϋπολογισμού 500 εκατ. δολαρίων.

Η έγκριση δόθηκε την Κυριακή 15 Μαρτίου από τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα έπειτα από εισήγηση του Πάνου Καμμένου και με τη γραπτή έγκριση του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά, του αναπληρωτή υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης Γιάννη Πανούση, του αναπληρωτή υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού Θοδωρή Δρίτσα και του αρχηγού ΓΕΕΘΑ, στρατηγού Μιχάλη Κωσταράκου (ΚΥΣΕΑ), οι οποίοι επικύρωσαν ομοφώνως την εισήγηση του υπουργού Εθνικής Αμυνας. Ηδη η ελληνική κυβέρνηση έδωσε εντολή να εκταμιευθεί η προκαταβολή ύψους 45 εκατ. δολαρίων προς τους Αμερικανούς η οποία σηματοδοτεί την τυπική έναρξη του προγράμματος.

Η πληρωμή των 45 εκατ.δολαρίων στη Lockheed Martin που ενεργοποιεί τη σύμβαση αναβάθμισης των αεροσκαφών γίνεται σε μια χρονική περίοδο που τα ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου έχουν σχεδόν εξαντληθεί και στην κυβέρνηση αμφιταλαντεύονται από το δίλημμα αν θα πληρωθούν μισθοί και συντάξεις ή οι δόσεις προς τους δανειστές. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κ. Δρίτσας είχε εκφράσει την έντονη αντίδρασή του όταν προκηρύχθηκαν οι εκλογές και προειδοποιήσει την κυβέρνηση Σαμαρά να μην προχωρήσει σε εκταμίευση κονδυλίων για οπλικά συστήματα.

Σταδιακή παράδοση σε 7,5 χρόνια

Το πρόγραμμα που θα διαρκέσει επτά χρόνια αφορά τον εκσυγχρονισμό, τη συντήρηση και εν συνεχεία την υποστήριξη πέντε εκ των έξι αεροσκαφών τύπου P-3Β Orion, τα οποία αποκτήθηκαν δωρεάν από τις ΗΠΑ την περίοδο 1991-1992 και είναι σήμερα ηλικίας 35 ετών, σε μια προσπάθεια να επιμηκυνθεί ο χρόνος ζωής τους για ακόμη 15.000 ώρες πτήσεων. Τα συγκεκριμένα αεροσκάφη βρίσκονταν σε υπηρεσία στο Πολεμικό Ναυτικό μέχρι το 2009, οπότε το Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιo αποφάσισε ότι ο εκσυγχρονισμός τους είναι οικονομικά ασύμφορος και προχώρησε στην απόσυρσή τους. Με απλά λόγια στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας θεωρούσαν τα αεροσκάφη αυτά υπέργηρα και τα παρόπλισαν εκτιμώντας ότι η αναβάθμισή τους δεν είχε νόημα.

Το 2009 προγραμματιζόταν η απόκτηση νέων αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας για την επιτήρηση των ελληνικών θαλασσών, τελικώς όμως ο διαγωνισμός ακυρώθηκε χωρίς καν να ανοιχτούν οι οικονομικές προσφορές που είχαν υποβληθεί.

Ενώ τον Δεκέμβριο του 2010, στον επί χάρτου προγραμματισμό των μελλοντικών εξοπλιστικών προγραμμάτων, είχαν προϋπολογιστεί 250 εκατ. ευρώ για την αγορά νέων αεροσκαφών, το 2011 το εκτιμώμενο κόστος για την αγορά νέων αεροσκαφών προσδιορίστηκε στα 180 εκατ. ευρώ, δηλαδή το προβλεπόμενο κόστος για το πρόγραμμα μειώθηκε. Το 2014, επί υπουργίας του κ. Δημήτρη Αβραμόπουλου, ο φάκελος της υπόθεσης ανασύρθηκε και έπειτα από εισηγήσεις του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμυνας αποφασίστηκε να ενταχθεί το πρόγραμμα απόκτησης αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας στο μακροπρόθεσμο πρόγραμμα προμηθειών αμυντικού υλικού της περιόδου 2011-2025, αναβαθμισμένο μάλιστα κατά δύο βαθμίδες, από τη θέση 11 στη θέση 9. Τον Οκτώβριο του 2014, με τη μετακίνηση του κ. Αβραμόπουλου από το υπουργείο Αμυνας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την υπόθεση ανέλαβε ο νέος επικεφαλής του Πενταγώνου Νίκος Δένδιας. Λίγο πριν τις εκλογές, τον Ιανουάριο του 2015, το υπουργείο Αμυνας υπέβαλε στο Οικονομικών πρόταση για τροποποίηση του αρχικού σχεδιασμού υλοποίησης των εξοπλιστικών προγραμμάτων της περιόδου 2016-2017 προκειμένου να εξασφαλιστεί η αναγκαία χρηματοδότηση για το υποπρόγραμμα των αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας.

Σύμφωνα με συνεργάτες του κ. Δένδια, το συγκεκριμένο πρόγραμμα είχε ήδη ενεργοποιηθεί με απόφαση του ΚΥΣΕΑ από το 2012. Μέσω της πρότασης ανακατανομής κονδυ­λίων, από άλλα εξοπλιστικά προγράμματα εξοικονομήθηκαν 155 εκατ. ευρώ για να υπογραφεί και να χρηματοδοτηθεί η σύμβαση την περίοδο 2016-2017. Εν συνεχεία, θα χρειαζόταν νέα έγκριση από το ΚΥΣΕΑ, υπογραφή διακρατικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ και εκταμίευση της πρώτης δόσης ώστε να ενεργοποιηθεί το πρόγραμμα. Ομως το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους αρνήθηκε σθεναρά να αποδεσμεύσει χρήματα για στρατιωτικούς εξοπλισμούς.

Το πάγωσε η κυβέρνηση Σαμαρά

Η προκήρυξη των εκλογών της 25ης Ιανουαρίου σε συνδυασμό με την απροθυμία της προηγούμενης κυβέρνησης να υλοποιήσει τον εκσυγχρονισμό των αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας ανέστειλαν το πρόγραμμα. Εντονες ήταν και οι αντιδράσεις του τότε επικεφαλής του Τμήματος Αμυντικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ κ. Δρίτσα, ο οποίος είχε προειδοποιήσει την κυβέρνηση Σαμαρά να μην προχωρήσει σε εκταμίευση κονδυλίων για οπλικά συστήματα.
Μετά την αλλαγή κυβέρνησης, το ΓΕΕΘΑ επανέφερε την επιχειρηματολογία του ότι ο εκσυγχρονισμός των υπαρχόντων αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας είναι η συμφερότερη και αποτελεσματικότερη επιλογή για την προάσπιση της εθνικής ασφάλειας. Ο νέος υπουργός Εθνικής Αμυνας ενημερώθηκε ότι το προβλεπόμενο κόστος του προγράμματος της ριζικής αναβάθμισης των P-3B Orion μαζί με τα εκτιμώμενα κονδύλια για συντήρηση και υποστήριξη του αεροσκάφους μέχρι το 2030 ανερχόταν περίπου σε 500 εκατ. δολάρια με ορίζοντα αποπληρωμής των Αμερικανών το 2021.

Μέσα σε 48 ημέρες από την ημέρα που η κυβέρνηση συνεργασίας του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝ.ΕΛ. ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας και συγκεκριμένα στις 15 Μαρτίου του 2015, το ΚΥΣΕΑ, υπό την προεδρία του κ. Τσίπρα, αποφάσισε τον εκσυγχρονισμό μέσης ζωής «έως 5 αεροσκαφών P-3B του Πολεμικού Ναυτικού» και ανέθεσε στον υπουργό Εθνικής Αμυνας να προβεί στις περαιτέρω απαραίτητες ενέργειες. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, η Γενική Διεύθυνση Εξοπλισμών του υπουργείου Αμυνας που ανέλαβε να προωθήσει τον φάκελο εκσυγχρονισμού των αεροσκαφών P-3B κατά προτεραιότητα υπέγραψε τη διακρατική συμφωνία με την κυβέρνηση των ΗΠΑ και ανέθεσε στην αμερικανική εταιρεία Lockheed Martin να αναλάβει την υλοποίηση του προγράμματος σε συνεργασία με την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ) και άλλες ελληνικές εταιρείες ως υποκατασκευαστές κρίσιμων συστημάτων που θα ενσωματωθούν στα παλαιά αεροσκάφη.

Κι αυτό σήμερα, σε μια ιδιαίτερη περίοδο τρομακτικής οικονομικής στενότητας, που το Ελληνικό Δημόσιο αναζητά εναγωνίως κονδύλια για να πληρώσει μισθούς και συντάξεις, δεσμεύοντας καταθέσεις ΔΕΚΟ, ή και τα διαθέσιμα των Περιφερειών.

Τις ημέρες αυτές, σύμφωνα με πληροφορίες, αποδεσμεύονται 45 εκατ. δολάρια ως προκαταβολή στους Αμερικανούς, μέσω Foreign Military Sales (FMS), και το πρόγραμμα πλέον ενεργοποιείται και τυπικά. Κι όλα αυτά για να εκσυγχρονιστούν πέντε αεροσκάφη τα οποία σήμερα έχουν ηλικία 35 ετών, για τα οποία θα εκταμιευθούν από τα δημόσια ταμεία σχεδόν 500 εκατ. δολάρια κι όταν τελικώς παραδοθούν σε επτάμιση χρόνια από σήμερα, τα P-3B θα είναι 42 ετών. Η χρηματοδότηση του προγράμματος από το υπουργείο Οικονομικών για τα επόμενα τρία χρόνια έχει ήδη εξασφαλιστεί, λένε από το Πεντάγωνο, και προσθέτουν ότι η ολική αποπληρωμή του προγραμματίζεται μέχρι το 2022 παράλληλα με την εκτιμώμενη ολοκλήρωση της παράδοσης των εκσυγχρονισμένων αεροσκαφών.

Οι εργασίες δομικής ενίσχυσης θα γίνουν όλες στην ΕΑΒ, ενώ η αναβάθμιση και η εγκατάσταση νέων ηλεκτρονικών συστημάτων από συγκεκριμένη ελληνική εταιρεία που θα επιλέξει το υπουργείο Αμυνας. Ενα από τα έξι υπάρχοντα P-3B θα αρχίσει να ανακατασκευάζεται άμεσα προκειμένου οι εργασίες να ολοκληρωθούν μέσα στο 2016 και να παραδοθεί στο Πολεμικό Ναυτικό. Συγχρόνως θα αρχίσει η αναβάθμιση ακόμα τεσσάρων αεροσκαφών των οποίων τα δομικά στοιχεία θα εκσυγχρονιστούν εκ βάθρων.  Τα δύο πρώτα αναμένεται να παραδοθούν το 2020 και τα άλλα δύο την περίοδο 2022-2023.

Ειδικοί λένε ότι μεταξύ των άλλων θεμάτων που προκαλούν ενδιαφέρον και αναμένουν απαντήσεις είναι πως ίσως για πρώτη φορά υπάρχει ασάφεια τόσο για το τελικό κόστος του προγράμματος που θα επιβαρύνει τους φορολογούμενους, όσο και για τον αριθμό των αεροσκαφών P-3B που τελικώς θα εκσυγχρονιστούν. Οπως αναφέρεται στην κατακυρωτική απόφαση της προμήθειας με ημερομηνία επίσης 15 Μαρτίου 2015 (την ίδια ημέρα που συνεδρίασε το ΚΥΣΕΑ και ενέκρινε την υλοποίηση του εξοπλιστικού προγράμματος), το τελικό κόστος του υποπρογράμματος μαζί με την εν συνεχεία υποστήριξη των αεροσκαφών για την περίοδο 2022-2027 ανέρχεται στο ποσό των 499,8 εκατ. δολαρίων (393,54 εκατ. ευρώ με τιμές ισοτιμίας 1:1,27 της 30ής Οκτωβρίου 2014). Η δαπάνη για την προμήθεια υλικών και υπηρεσιών για τον εκσυγχρονισμό μέσης ζωής και την αναβάθμιση των νέων συστημάτων που θα ενσωματωθούν αφορά την επιχειρησιακή εκμετάλλευση «έως 5 αεροσκαφών P-3B του Πολεμικού Ναυτικού εντός του ποσού των 499,8 εκατ. δολαρίων».

Με απλά λόγια και με δεδομένο ότι οι Αμερικανοί αποφάνθηκαν πως τα παροπλισμένα αεροσκάφη βρίσκονται στη χειρότερη δυνατή κατάσταση, δεν είναι ξεκάθαρο ούτε το συνολικό κόστος του προγράμματος, ούτε όμως και ο τελικός αριθμός των αεροσκαφών που θα αναβαθμιστούν. Και αυτό διότι κατά τη διάρκεια των εργασιών μπορεί να προκύψουν θέματα που επί του παρόντος δεν μπορούν να προσδιοριστούν ή να κριθεί πως κάποιο από τα αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας δεν είναι δυνατό να καταστεί και πάλι πτήσιμο.

Ενδεικτικό της αμηχανίας των αρμόδιων στρατιωτικών υπηρεσιών να προσδιορίσουν βασικές παραμέτρους του προγράμματος εκσυγχρονισμού είναι όσα αναφέρονται στην παράγραφο ιγ.β της κατακυρωτικής απόφασης: «Το τελικό κόστος του υποπρογράμματος μαζί με την εν συνεχεία υποστήριξη, να καθορισθεί στο στάδιο των διαπραγματεύσεων, συναρτήσει του βαθμού ενσωμάτωσης/ολοκλήρωσης νέων αισθητήρων, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια για τη μέγιστη συμπίεση των τιμών κάτω από τα 350 εκατ. ευρώ ή/και μέσω της επέκτασης του προγράμματος.

Ετος έναρξης του υποπρογράμματος το 2014. Χρονική διάρκεια προγράμματος 13 έτη, ήτοι έως επτάμιση έτη για την απόδοση του συνόλου των εκσυγχρονισμένων αεροσκαφών στην ενέργεια και επιπλέον έξι έτη για την εν συνεχεία υποστήριξη, με έτος ολοκλήρωσης το 2027». Ωστόσο το πρόγραμμα αναμένεται να υπερβεί κατά πολύ την υποτιθέμενη οροφή των 350 εκατ. ευρώ αφού η ενεργοποίηση της σύμβασης κλείδωσε στην τωρινή ισοτιμία ευρώ/δολαρίου 1 προς 1,08 που εκτοξεύει το κόστος της σύμβασης περίπου στα 471 εκατ. ευρώ (499,8 εκατ. δολάρια).

Γεωπολιτική σκοπιμότητα

Πολιτικοί και οικονομικοί κύκλοι προσκείμενοι στην κυβέρνηση λένε ότι η ταχεία ανάθεση της σύμβασης εκτιμώμενου κόστους περίπου μισού δισεκατομμυρίου δολαρίων στους Αμερικανούς συνδέεται με κάποια ευρύτερη γεωπολιτική σκοπιμότητα συμμαχιών. Διότι προφανώς η αναγκαιότητα της επανενεργοποίησης των υπέργηρων αεροσκαφών δεν μπορεί εύκολα να θεωρηθεί ζήτημα μέγιστης προτεραιότητας, δεδομένης της ύπαρξης στο οπλοστάσιο των Ενόπλων Δυνάμεων των ιπτάμενων ραντάρ Erieye, τα οποία μπορούν να εκτελέσουν  αντίστοιχες αποστολές επιτήρησης.

Εκτιμάται ότι λόγω του μεγέθους της προμήθειας, αλλά και της προφανούς πολιτικής ευαισθησίας για τη διάθεση πόρων στον τομέα της εθνικής άμυνας, θα υπάρξει πλήρης διαφάνεια και λεπτομερής αιτιολόγηση της απόφασης. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που με κάθε ευκαιρία επισημαίνει ότι είναι η πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς, όλα τα προηγούμενα χρόνια είχε επιδείξει ιδιαίτερη ζέση στην ορθολογική αξιοποίηση των δαπανών για την άμυνα.

Ολοι θα ήθελαν να πιστεύουν ότι η συγκεκριμένη απόφαση, εξυπηρετεί σκοπούς ευρύτερου εθνικού συμφέροντος, διεθνείς συμφωνίες και πιθανή στήριξη της χώρας σε μία περίοδο που διεθνή κέντρα εικοτολογούν ότι η χρεοκοπία είναι προ των πυλών.

Αλλωστε πολλοί θα επιχειρήσουν να ασκήσουν κριτική για το γεγονός ότι σε μία τόσο μεγάλη προμήθεια δεν επελέγη η οδός της διενέργειας διεθνούς διαγωνισμού, όπως επιβάλλεται από τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά η προμήθεια υλοποιήθηκε με απευθείας ανάθεση και διακρατική συμφωνία με την αμερικανική εταιρεία Lockheed Martin που είχε κατασκευάσει τα αεροσκάφη.

Κυβερνητικά στελέχη έλεγαν στο «ΘΕΜΑ» ότι άλλες εναλλακτικές λύσεις αποκλείστηκαν, είτε επειδή δεν συνέφεραν και ήταν ακριβότερες, είτε επειδή δεν εξυπηρετούσαν τα εθνικά συμφέροντα. Διπλωματικοί παράγοντες τονίζουν πως δεν θα πρέπει να περάσει απαρατήρητο ότι περίπου την ίδια περίοδο που το ΚΥΣΕΑ αποφάσιζε την εκταμίευση 500 εκατ. δολαρίων για την αναβάθμιση των αεροσκαφών, στην Αθήνα βρέθηκε η βοηθός υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Βικτόρια Νούλαντ, η οποία συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό, τον υπουργό Εξωτερικών και τον υπουργό Αμυνας, σχεδόν υπό συνθήκες μυστικότητας, ενώ στις 26 Μαρτίου ανακοινώθηκε ότι ο κ. Καμμένος θα επισκεφθεί την Ουάσινγκτον στις 21 Μαΐου για συνομιλίες με τον Αμερικανό ομόλογό του Αστον Κάρτερ.

Μόλις πριν από λίγα 24ωρα, ευρισκόμενος στις ΗΠΑ για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου από την ελληνική ομογένεια, ο κ. Καμμένος, που συνοδευόταν από τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ και τον αρχηγό ΓΕΝ αντιναύαρχο Βαγγέλη Αποστολάκη,  αποκάλυψε ότι στις συνομιλίες του με την κυρία Νούλαντ συζήτησε το ενδεχόμενο διακρατικής συμφωνίας για τη συνεκμετάλλευση των πιθανών κοιτασμάτων φυσικού αερίου και πετρελαίου που υπάρχουν στην ελληνική επικράτεια σε ποσοστό 70%-30%, δήλωση που προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στον πολιτικό κόσμο. Ο υπουργός Εθνικής Αμυνας υπογράμμισε ότι η πιθανή συνεκμετάλλευση των φυσικών πόρων του Αιγαίου με τις ΗΠΑ θα οδηγήσει σε μία γραμμή χρηματοδότησης που θα μας απαλλάξει από πολλά προβλήματα.

Ενα άτυπο μορατόριουμ στις αγορές οπλικών συστημάτων μεγάλης αξίας είχε επιβληθεί από το 2005, αφού λόγω της οικονομικής κρίσης οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν αποφύγει να προωθήσουν προς υλοποίηση κάποιο εξοπλιστικό πρόγραμμα που θα επιβάρυνε τους φορολογούμενους και τον κρατικό προϋ­πολογισμό. Αυτό μέχρι τις 15 Μαρτίου του 2015 που το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Αμυνας, υπό την προεδρία του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, ενέκρινε τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση μέχρι πέντε αεροσκαφών P-3B του Πολεμικού Ναυτικού από την αμερικανική εταιρεία Lockheed Martin με απευθείας ανάθεση και διακρατική συμφωνία με τις ΗΠΑ.

Από τη Lockheed

Συμπτωματικά, το προηγούμενο μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα είχε ανατεθεί και πάλι στην αμερικανική Lockheed Martin, αφορούσε την προμήθεια μαχητικών αεροσκαφών F-16 έναντι προϋπολογιζόμενου κόστους 1,6 δισ. ευρώ και υπεγράφη το 2005. Από το 2000 μέχρι σήμερα η αμερικανική εταιρεία αεροναυπηγικής Lockheed έχει αναλάβει δύο μείζονα προγράμματα κατασκευής μαχητικών F-16 για την Πολεμική Αεροπορία, από τα οποία έχει εισπράξει άνω των 4 δισ. ευρώ. Οπως στα προγράμματα των F-16, έτσι και στη σύμβαση των αεροσκαφών P-3B, για τους χειρισμούς της αμερικανικής πλευράς από την έναρξη των διαπραγματεύσεων μέχρι την ολοκλήρωση των συζητήσεων και την υπογραφή της αποκαλούμενης LOA (Letter of Agreement) την ευθύνη είχε ο αντιπρόεδρος και επικεφαλής του γραφείου της Lockheed Martin στην Ελλάδα Ντένης Πλέσσας.

Οι ελληνικές εταιρείες

Στο Letter of Request (LOR) που απέστειλε η ελληνική πλευρά στους Αμερικανούς αναφέρεται ρητά ότι το υπουργείο Εθνικής Αμυνας θα επιλέξει ελληνικές εταιρείες για την πλατφόρμα (ΕΑΒ) αλλά και την ενσωμάτωση του συστήματος Mission System Suite που έχει αναπτυχθεί και υποστηρίζεται από την ελληνική εταιρεία ISI του Κρίστιαν Χατζημηνά, μόνιμου υποκατασκευαστή της Lockheed Martin στην Ελλάδα. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι η εγκύκλιος της ευρωπαϊκής οδηγίας για την άμυνα και ασφάλεια ορίζει ρητά ότι μετά την ανάθεση ενός προγράμματος στον κύριο κατασκευαστή, οι διαδικασίες θα πρέπει να διασφαλίζουν την ισότιμη πρόσβαση των ευρωπαϊκών εταιρειών στο υποκατασκευαστικό έργο, δηλαδή ότι θα πρέπει να γίνονται διαγωνισμοί.

Στρατιωτικοί ασκούν κριτική για το γεγονός ότι επελέγη ο εκσυγχρονισμός και η αναβάθμιση των υπέργηρων αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας την ίδια ώρα που σε σημαντικό αριθμό πολεμικών πλοίων του στόλου έχουν παρουσιαστεί προβλήματα ακινησιών λόγω της ανυπαρξίας ανταλλακτικών, ενώ οι διαθεσιμότητες των μαχητικών αεροσκαφών θεωρούνται προβληματικές κι ενώ για παράδειγμα, δεν υπάρχουν τορπίλες για τα νέα υποβρύχια ή βλήματα για τα τελευταίας τεχνολογίας άρματα μάχης.

Εντύπωση έχει προκαλέσει το γεγονός ότι η αναβάθμιση των αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας δεν συζητήθηκε στη Βουλή από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ., παρά το γεγονός ότι το κόστος του προγράμματος αυξήθηκε κατά 30% λόγω της αλλαγής της ισοτιμίας ευρώ/δολαρίου μέσα σε λίγους μήνες. Ενώ στις 30 Οκτωβρίου του 2014 η ισοτιμία ήταν στο 1:1,27, η ενεργοποίηση της σύμβασης και της LOA (Letter of Acceptance) έγινε με την ισοτιμία στο 1:1,08. Επίσης, μετά την απόφαση του ΚΥΣΕΑ και την ενεργοποίηση της σύμβασης δεν υπήρξε δημόσια ανακοίνωση με τα βασικά χαρακτηριστικά του προγράμματος, τακτική που ακολουθούνταν όλα τα προηγούμενα χρόνια για τις στρατιωτικές προμήθειες.

Η απάντηση του υπουργείου Εθνικής Άμυνας

Με ανακοίνωση που εκδόθηκε το απόγευμα του Σαββάτου, το υπουργείο Εθνικής Άμυνας επιβεβαιώνει πλήρως όλα τα στοιχεία του ρεπορτάζ.

Διαβάστε την ανακοίνωση:

Σάββατο, 04 Απριλίου 2015

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΥΠΟΥ

«Σχετικά με δημοσίευμα της εφημερίδας Πρώτο Θέμα αναφέρονται τα εξής:

Η συμφωνία για την αναβάθμιση των αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας P3 είναι διακρατική μέσω FMS. Απαράβατος όρος της ελληνικής πλευράς ήταν οι εργασίες να γίνουν στην Ελλάδα από ελληνική βιομηχανία.

Τα συγκεκριμένα αεροσκάφη χρησιμοποιούν πολλές χώρες ανάμεσα στις οποίες είναι οι ΗΠΑ, η Γερμανία, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Νορβηγία, η Ν. Κορέα, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, η Βραζιλία. Όλες αυτές οι χώρες τα αναβαθμίζουν και τα διατηρούν στη δύναμη τους.

Η λύση της αναβάθμισης κρίνεται συμφερότερη από την προμήθεια νέων αεροσκαφών για πολλούς λόγους. Ο χρόνος ζωής των αεροσκαφών παρατείνεται για τουλάχιστον 20 χρόνια, διαθέτουμε ήδη ανταλλακτικά για τον συγκεκριμένο τύπο αεροσκάφους, εκπαιδευμένο προσωπικό, οργανωμένη μονάδα υποστήριξης.

Είχε προταθεί η προμήθεια παροπλισμένων αεροσκαφών του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού, τα οποία όμως χρειάζονταν τις ίδιες εργασίες αναβάθμισης με μεγαλύτερο κόστος ώστε να είναι διαθέσιμα ενώ όλες οι εργασίες θα γίνονταν στις ΗΠΑ και όχι στην Ελλάδα.

Το ΓΕΝ είχε εισηγηθεί να γίνει επισκευή μέσω FMS και πέρασε ΚΥΣΕΑ από την προηγούμενη κυβέρνηση τον Αύγουστο του 2014. Στη συνέχεια η ίδια συμφωνία προσυπεγράφη και πέρασε ΚΥΣΕΑ με τους ίδιους όρους και την χρηματοδότηση από την σημερινή κυβέρνηση στις 15 Μαρτίου 2015 που ήταν η καταληκτική ημερομηνία».

πηγή: protothema.gr

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.