Τρία χρόνια από τη τραγωδία στο Μάτι (videos)

Ημέρα εθνικής τραγωδίας

«Έχει και μια φωτιά στην Πεντέλη» ακούστηκε το μεσημέρι της 23ης Ιουλίου. Κανείς δεν φανταζόταν τι θα ζούσαμε λίγες ώρες μετά. Τα λεπτά περνούσαν και οι ένταση στη φωνή όσων μετέφεραν τις πληροφορίες άλλαξε. Ανέβαινε.

Γρήγορα η «φωτιά στην Πεντέλη» έγινε «η φωτιά στο Μάτι». Η Μαραθώνος έκλεισε. Η τραγωδία άρχισε να εκτυλίσσεται.

Ο αέρας ήταν αδιανόητα ισχυρός. Και παρά τον λίβα, ένας 65χρονος άνδρας στο Νταού Πεντέλης αποφάσισε να ανάψει φωτιά για να κάψει κλαδιά. Η φωτιά δεν άργησε να φουντώσει, να καταστρέψει τα πάντα στο διάβα της. Να πάρει ζωές. 102.

Οι εικόνες με τον κόσμο στη θάλασσα και τους καπνούς από τη φωτιά να έχουν καλύψει τα πάντα, έκαναν το γύρω του κόσμου. Και ακόμα στοιχειώνουν.

Τα χειρότερα (έως εκείνη την ώρα) ήρθαν το επόμενο πρωί, όταν σε οικόπεδο στο Κόκκινο Λιμανάκι βρέθηκαν 26 άνθρωποι απανθρακωμένοι. Ανάμεσά τους παιδιά. Μια εθνική τραγωδία σε πλήρη εξέλιξη.

Όσο οι ώρες περνούσαν, τόσο οι αποκαλύψεις για το τι είχε συμβεί γίνονταν πιο σοκαριστικές. Και όσο οι μέρες περνούσαν, τόσο η τραγωδία μεγάλωνε.

Σήμερα συμπληρώνονται τρία χρόνια από την εθνική τραγωδία που συντελέστηκε στο Μάτι, τον Νέο Βουτζά και το Κόκκινο Λιμανάκι. Τρία χρόνια μετά, δίκη για τις ευθύνες και τις παραλείψεις δεν έχει γίνει. Η υπόθεση είναι ακόμη στα χέρια του εισαγγελέα.

Η δικογραφία είναι πολλές χιλιάδες σελίδες και ο εισαγγελέας, αφού την εξετάσει, θα κάνει την πρότασή του στο δικαστικό συμβούλιο κι εκείνο με βούλευμα θα ανοίξει το δρόμο για να φτάσει η υπόθεση στη δικαστική αίθουσα.

Στο πόρισμά του για τη φωτιά στο Μάτι, ο ανακριτής Αθανάσιος Μαρνέρης, περιγράφει τα όσα έγιναν εκείνο το μοιραίο απόγευμα στην ανατολική Αττική. Το χάος που επικράτησε μεταξύ των αρμοδίων.

«Η αδιαφορία που επιδείχτηκε συναρτώμενη με την αυξημένη ευθύνη των υπαιτίων συνιστά ενδεχόμενο δόλο επίτασης του κινδύνου, στον οποίο βρίσκονταν οι πολίτες, οι οποίοι σε περίπτωση πυρκαγιάς σε κατοικημένη περιοχή εξαρτώνται φυσικά άμεσα κυρίως από την Πυροσβεστική Υπηρεσία και όχι π.χ από τον Δήμαρχο ή την Αστυνομία, που προφανώς έχουν ευθύνη, αλλά κατώτερου βαθμού και σημασίας.

Αυτό το γνώριζαν οι αρμόδιοι και παρόλα αυτά αδιαφόρησαν επιδεικτικά και παρακολουθούσαν αμέτοχοι επί της ουσίας τις εξελίξεις στο Νταού Πεντέλης – Νέο Βουτζά – Μάτι ωσάν τον Ξέρξη, όταν παρακολουθούσε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας από το χρυσό του θρόνο στο όρος Αιγάλεω», αναφέρεται στο πόρισμα.

Στο πόρισμα σημειώνεται επίσης ότι:

«Δεν εκτελέστηκε κανένα σχέδιο για την ορθή και έγκαιρη διάσωση των κατοίκων και επισκεπτών της περιοχής παρότι οι αρμόδιοι γνώριζαν ότι, πρώτον, δεν είχαν διατεθεί επαρκή εναέρια και επίγεια μέσα, και, δεύτερον, δεν υπήρξε απόφαση απομάκρυνσης των πολιτών».

«Στη συνέχεια κάποιοι εκ των αρμοδίων, δεν δίστασαν μετά την αποκάλυψη του εύρους της τραγωδίας, να προσπαθήσουν να συγκαλύψουν την πραγματικότητα, στρεφόμενοι ακόμη και κατά του ίδιου του πραγματογνώμονα Δημητρίου Λιότσιου, ο οποίος βέβαια, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι αγνόησε όλες τις παρεμβάσεις και εκτέλεσε προσηκόντως το έργο που του ανατέθηκε».

«Από τις απομαγνητοφωνήσεις του καταγραφικού της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας προέκυψε ότι ο Νίκος Τόσκας (σ.σ. τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης) και όσοι παρευρίσκονταν στο ΕΣΚΕ (Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο) γνώριζαν για την ύπαρξη νεκρών, τουλάχιστον από την ώρα 18.36. Έτσι, τόσο κατά το χρόνο άφιξης του τότε Πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, στο ΕΣΚΕ (μετά τις 23.00) όσο και κατά τη διάρκεια της φερόμενης ενημέρωσης του Πρωθυπουργού από τον Ματθαιόπουλο (σ.σ. αναφέρεται στον τότε υπαρχηγό της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Βασίλη Ματθαιόπουλο) και τα λοιπά στελέχη του ΕΣΚΕ ήταν γνωστό σε όλους τους αρμόδιους ότι στο Μάτι και το Ν. Βουτζά υπήρχε μεγάλος αριθμός νεκρών».

Σχετικά άρθρα